Πριν χρόνια, είχα τη χαρά να γνωρίσω ένα πολύ γλυκό κορίτσι έξι ετών. Ας την πούμε Μαριλού. Σπάνια έκανε φίλους, σχεδόν δε μιλούσε σε ανθρώπους και της άρεσε μόνο να σκαρφαλώνει σε δέντρα και να κάνει ποδήλατο. Kάποια στιγμή, η οικογένεια ήρθε αντιμέτωπη με μία ξαφνική απώλεια και τότε η Μαριλού είχε κάτι πολύ σημαντικό να πει…

Γράγει η Σοφία Κλιάνη

 

Πριν χρόνια, είχα τη χαρά να γνωρίσω ένα πολύ γλυκό κορίτσι έξι ετών. Ας την πούμε Μαριλού. Η Μαριλού, λοιπόν, ήταν ένα παιδί πολύ «κλειστό» και «δύσκολο». Σπάνια έκανε φίλους, σχεδόν δε μιλούσε σε ανθρώπους και της άρεσε μόνο να σκαρφαλώνει σε δέντρα και να κάνει ποδήλατο, πράγμα σπάνιο για ένα κοριτσάκι της ηλικίας της. Στο σχολείο δεν ήταν ιδιαίτερα κοινωνική και δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον στα γράμματα (αυτά τα λιγοστά που μαθαίνουμε στο νηπιαγωγείο).

Η μητέρα της, γεμάτη άγχος για το παιδί και για το αν θα καταφέρει να ανταπεξέλθει στην πρώτη δημοτικού, μου ζήτησε να περάσουμε τους καλοκαιρινούς μήνες παρέα παίζοντας και μαθαίνοντας πράγματα που θα της ήταν πολύτιμα για αργότερα. Έτσι κι έγινε!

Από την πρώτη στιγμή ήταν φανερό πως μια νέα φιλία γεννιόταν! Της έδωσα το χρόνο της και την άκουσα πολύ προσεκτικά. Σεβόμουν την επιθυμία της για την επόμενη δραστηριότητά μας και εκείνη ήταν πολύ συνεργάσιμη. Με έναν όρο: μετά από κάθε μας συνάντηση θα βγαίναμε στον κήπο για να μου δείξει κόλπα με το πατίνι! Κι εγώ θα τη θαύμαζα, δε θα της έλεγα πως αυτό το κάνουν μόνο τα αγόρια, θα της ζητούσα να μου δείξει κι άλλα. Απλά, αληθινά στοιχεία σχέσης!

Όταν η μικρή με εμπιστεύτηκε, το μαθησιακό κομμάτι απογειώθηκε και οι φόβοι της μαμάς για το αν η Μαριλού θα ήταν στο σχολείο το ίδιο καλή με τον αδερφό της  (που, όμως, δεν ήξερε να κάνει ποδήλατο στα δέκα του) εξαφανίστηκαν. Η μικρή έδειξε ενδιαφέρον για διάφορα πράγματα που δεν της άρεσαν στο παρελθόν. Μεταξύ μας, δεν χρησιμοποίησα κάποιο μαγικό ραβδί… Μόνη της αποφάσισε να «ξεκλειδώσει» και να ανταποκριθεί σε πληροφορίες, όταν άρχισε να αισθάνεται αποδεκτή.

Μέσα στο καλοκαίρι η οικογένεια είχε να αντιμετωπίσει μία δυσκολία από αυτές που δεν είναι αναστρέψιμες… Ο παππούς τη Μαριλούς πέθανε… Η οικογένεια σοκαρισμένη από τον ξαφνικό χαμό προσπαθούσε να προστατεύσει τα παιδιά από τον θρήνο και τη θλίψη. Η Μαριλού ανέκφραστη. Σαν να μην είχε καταλάβει.Σαν να μην την ενδιέφερε. Ουτέ κουβέντα για τον παππού, ούτε λέξη. Το ίδιο «αγρίμι»  με παλιά…

«Γιαγιά… Όταν θυμάσαι τον παππού στεναχωριέσαι;» , ξάφνιασε τη γιαγιά της η Μαριλού ένα απόγευμα… «Ναι», μπόρεσε να ψελλίσει η γιαγιά και τα μάτια της βουρκώσαν… «Ξέρω εγώ ένα κόλπο για να μη στεναχωριέσαι… Όταν θυμάσαι τον παππού, σκέψου πίτσα. Είναι απλό»… Η μικρή μου φίλη… Όχι απλά είχε καταλάβει τι συνέβη, αλλά είχε βρει μέσα της και μηχανισμό αντιμετώπισης αυτής της σκληρής σκέψης. Τι πιο σοφό από το να αντικαθιστάς μια άσχημη σκέψη με μια ωραία; Άλλωστε, τι είναι πιο ωραίο για τα παιδιά από την πίτσα;

Όταν η Μαριλού και η γιαγιά της πήγαν μια βόλτα και συνάντησαν μία γειτόνισσα που πλησίασε για να συλλυπηθεί, η μικρή τράβηξε το χέρι της γιαγιάς, την κοίταξε συνωμοτικά και της  ψιθύρισε :«Γιαγιά όπως είπαμε… Πίτσα,ε;»

ΥΓ. Κι αν καμιά φορά τα πράγματα δεν πάνε όπως τα περιμένω, τώρα πια ξέρω… Μου το έμαθε η Μαριλού… Πίτσα,ε;

Print Friendly

Related Posts

Leave a Reply

Your email address will not be published.