Αν δεν έχεις πονέσει τίποτα δεν μετράει, τότε ο χρόνος σταματάει και καταλαβαίνεις ότι ζεις. Ο πόνος όμως αφήνει τα σημάδια του, τις μελανιές του. Τους καταλαβαίνεις τους ανθρώπους που έχουν πονέσει…

Της Χριστίνας Πλιάτσικα

 

Αν δεν έχεις πονέσει τίποτα δεν μετράει, τότε ο χρόνος σταματάει και καταλαβαίνεις ότι ζεις. Σε πιάνει, σε αγγίζει. Η χαρά περνάει και φεύγει, έρχεται και επανέρχεται αλλά δε μένει, δεν σε στιγματίζει, απλά θες να την αναπαράγεις συνέχεια, βουλιμικά. Ο πόνος όμως αφήνει τα σημάδια του, τις μελανιές του. Τους καταλαβαίνεις τους ανθρώπους που έχουν πονέσει και αυτούς που έχουν πονέσει πολύ. Φαίνεται στα μάτια τους, στον τρόπο που σε κοιτούν. Σκύβουν το κεφάλι, χαμηλώνουν τη φωνή όταν πάνε να γελάσουν και τα μάτια τους είναι τόσο ζεστά και αληθινά. Σε κοιτούν σταθερά και σε κατανοούν. Δεν χρειάζεται να πουν κάτι.

Ο άνθρωπος που έχει πονέσει είναι επιεικής, δεν ρωτάει πολλά. Κάθεται δίπλα σου σιωπηλός και περιμένει να τον κοιτάξεις. Ξέρει ότι πονάς και περιμένει να….., δεν ξέρω τι, απλά ξέρει πως τα λόγια δεν μετρούν, μόνο η παρουσία αρκεί. Η μελανιά θα γίνει, θα χαραχτεί στο σώμα σου αλλά θα τη δείτε μαζί. Δεν μπορεί να σου πάρει το βάρος αλλά μπορεί να σου δείξει και τη δική του μελανιά και να καταλάβατε ότι είστε ζωντανοί. Το δέρμα που έχει ουλές είναι πιο σκληρό, όχι πιο σκληροτράχηλο, αλλά πιο γερασμένο, πιο ανθεκτικό, πιο έμπειρο και έχει μάθει να δέχεται τα μικρά τσιμπήματα ευχάριστα και να προχωράει. Το χάδι το γυρεύει, διψάει για χάδι και έχει μάθει να το εκτιμάει. Τη μελανιά δεν την παίρνει αλλά τη χαϊδεύει για να του θυμίζει ότι είναι εκεί και να θυμάται πως κάποτε έγινε κάτι που τον σημάδεψε και ότι άρα έζησε…

Ο πόνος σε εγκλωβίζει, σε κλείνει στο καβούκι σου σε κάνει να σκέφτεσαι πολλές φορές αν πρέπει να ξανά αφεθείς και φοβάσαι ρε γαμώτο, ναι, φοβάσαι μήπως ξαναπονέσεις, αλλά ξέρεις κάτι; Τι και αν κάνεις και άλλη μελανιά και άλλες μελανιές; Αν ή μάλλον όταν κάνεις την πρώτη κάνεις χώρο και για τις υπόλοιπες, ξέρεις πώς είναι, δεν παύεις ποτέ να πονάς, αλλά δεν είσαι για να χάνεις άλλο χρόνο, κάνεις χώρο και για την επόμενη και λες αν είναι να έρθει ας το κάνω πιο γρήγορα. Να ξέρω πού θα τη βάλω, να προχωρήσω στην επόμενη. Όχι ότι δεν έχεις και χαρές ενδιάμεσα, έχεις, αλλά θες να έρθει επιτέλους κάποια στιγμή που θα μοιραστείς τις μελανιές σου με κάποιον άλλον.

Θες να ξέρεις ποιος μπορεί να τις αντέξει και αν δεν μπορεί να φύγει να δείξει αλλού τι δικές του και εσύ να μπορείς να κάνεις αυτό που νιώθεις, να αναπνεύσεις χωρίς να φοβάσαι ότι κάποιος μπορεί να τις δει. Ναι αυτές είναι εκεί, γιατί έχεις ζήσει. Αλλιώς τι είσαι;

Όποιος δεν έχει μελανιές να φύγει, να πάει μαζί με τους άλλους τους αμελάνωτους, τους καθαρούς, τους αστιγμάτιστους, τους μη πονεμένους, τους πάντα χαρούμενους. Δεν τους θέλουμε αυτούς. Θέλω αυτούς που δεν κρύβουν τη ματιά τους μπροστά στον πόνο, αυτούς που δεν γυρνάνε αλλού το κεφάλι, .αυτούς που σκύβουν το κεφάλι πάνω στη μελανιά και σε ρωτάνε πώς την έπαθες αλλά δεν ρωτάνε πολλά. Aπλά ακούν, δεν ρωτάνε για να κουτσομπολέψουν και να κρίνουν, απλά προσπαθούν να καταλάβουν και δεν ρωτάνε αν δεν κατάλαβαν. Δεν τους νοιάζει αυτό, το σενάριο, να βγάλουν ετυμηγορία, απλά θέλουν να δουν την έκφραση σου, να ακούσουν τη χροιά και το ηχόχρωμά σου, να σε μάθουν. Δεν θέλουν να δουν ποιος φταίει, δεν τους νοιάζει μωρέ, εξάλλου ποιος φταίει; Κανείς δεν φταίει, τι είμαστε δικαστήριο;

Δεν θέλεις άλλες μελανιές, φτάνουν, τις φοβάσαι, όμως δεν θα ζήσεις; Πώς θα στιγματιστείς; Ναι, αλλά κουράστηκες, γέμισες σημάδια, φτάνει. Λίγη χαρά ζητάς. Άσε τις μελανιές για μετά, πότε μετά; Πότε είναι ο σωστός καιρός για καινούργιες μελανιές; Δεν υπάρχει. Γιατί φοβάσαι λοιπόν; Προχώρα, τι και αν κάνει και άλλες μελανιές; Το ξέρεις, τις ξέρεις, θα τις αντέξεις (;). Πέσε με τα μούτρα και δοκίμασε. Μην φοβάσαι να χτυπήσεις, το έχεις ξαναπάθει. Ναι, αλλά πάλι; Πόσο πια; Εντάξει θα τις αντέξεις, αλλά δεν θέλεις άλλα σημάδια, γέμισες από όλες τις μπάντες. Τουλάχιστον να έχεις κάποιον να μη φοβάται να χτυπήσετε μαζί ή να σε κρατήσει όταν πας να τσακιστείς. Γιατί θα πέσεις είναι σίγουρο, αλλά τουλάχιστον να μη τσακιστείς, πάλι. Μελανιά=πόνος=ζωή=αλήθεια=σκληρότητα=μάχη. Λίγο κόκκινο ρε παιδιά, λίγο βάμμα, πού είναι το φαρμακείο μου; Ποιος το έχει; Ποιος μου το πήρε, ή μήπως το κρατάω κι εγώ αυτό; Αφού ποτέ δεν άφησα κανένα να το ανοίξει. Εγώ το βάμμα, εγώ τη γάζα, εγώ το βαμβάκι. Άσε κανέναν άλλο να σε φροντίσει. Μόνο τη μελανιά, το τραύμα να δει από ψηλά και από γύρω γύρω την πληγή. Δεν βαρέθηκες να το κάνεις μόνη σου;

Δώσε το φαρμακείο άλλου, δώστο, ξέρουν και άλλοι να φροντίζουν πληγές, θα δεις…

 

Χριστίνα Πλιάτσικα,

Ψυχολόγος Msc Σχολικής ψυχολογίας-Ειδική Παιδαγωγός

Print Friendly

Related Posts

Leave a Reply

Your email address will not be published.