Ακολουθεί ένα μονόπρακτο που όλοι έχουμε δει να παίζεται, ή έχουμε παίξει, σε κάποια από τις πολλές εξορμήσεις μας στην παραλία. Προειδοποίηση: αν βρείτε τον εαυτό σας στο ρόλο της μάνας, κάτι δεν κάνετε σωστά.

Γράφει η Σοφία Κλιάνη

 

(Τσιριχτή φωνή μάνας) – ΜΑΝΩΛΑΑΑΑΑΑΑΑΚΗΗΗΗΗΗΗ! Τι σου έχω πει παιδί μου; Όχι τόσο κοντά στη θάλασσα, θα σε πάρει μέσα. Μην κοιτάς τον ήλιο θα τυφλωθείς, παίξε με τα κουβαδάκια σου. Μη σκύβεις τόσο θα πάθεις σκολίωση. Αχ, έλα να σου βάλω αντηλιακό( άσπρο-μωβ ο Μανωλάκης!), και γυαλιά και καπέλο και μπλούζα (μυστικός πράκτορας ο Μανωλάκης!). Βούτα λίγο στη θάλασσα, θα πάθεις ηλίαση. Και το κεφάλι βρέξε. Όχι τόσο βαθιά. ΜΑΝΩΛΗ ΕΙΠΑ! Έλα έξω.

(Βαριεστημένη φωνή πατέρα) – Άστο μωρέ… Παιδί είναι…

(Συναγερμός πολέμου που βγαίνει από το στόμα της μάνας) – Ε, βέβαια! Εσένα καρφάκι δε σου καίγεται. Και ξέρεις γιατί; Γιατί σε έχω καλομάθει. Όλα έτοιμα στα έχω. Αν πάθει όμως, τίποτα πάλι μόνη μου θα τρέχω. (Μετατόπιση στόχου. Ξανά ο Μανωλάκης στο στόχαστρο) Ρε παιδάκι μου τι σου είπα; Μη σκάβεις τόσο βαθύ λάκκο, θα  πέσεις μέσα. Κι έλα να φας, θα λιποθυμήσεις. Σου έφερα αβγουλάκι (κλούβιο πια!), ψωμάκι (φρυγανιά!) και κεφτεδάκια (λαστιχένιες τρελόμπαλες που μυρίζουν σκόρδο!).

(Μανώλης) – Δε θέλω να φάω, μετά δε θα με αφήνεις να μπω στη θάλασσα.

(Γλυκιά καλή μανούλα) – Έλα αγάπη μου να φας και ξαναμπαίνεις μετά. (Ανιχνευτής ψεύδους τερματίζει και σπάει)

Εν τω μεταξύ εμφανίζεται πενταμελής οικογένεια Γερμανών. Προχωρούν αμίλητοι. Στήνουν διαστημικό σταθμό σε 4,5 λεπτά. Ετοιμάζει ο καθένας τα πράγματα και το χώρο του και μοιράζονται σε προορισμούς. Ο πατέρας διαβάζει ένα βιβλίο για την αρχαία Ελλάδα, τα παιδιά λυσσομανάνε με τα κύματα και η μάνα τόπλες μπρούμυτα. (Λες και τα δικά της παιδιά δεν κινδυνεύουν να πνιγούν, χαθούν, λιποθυμήσουν , απαχθούν από εξωγήινους. Ε, ρε κάτι μάνες…) Και όλα αυτά μόνο με βλέμματα, ούτε λέξη. Λες κι έχουν τηλεπάθεια.

(Ανυποψίαστος και αφελής Μανωλάκης) – Πάω να βουτήξω!

(Εκκωφαντικός ήχος μικροφωνισμού από στόμα μάνας) – ΜΕ ΓΕΜΑΤΟ ΣΤΟΜΑΧΙ; Παιδάκι μου θα πάθεις καρδιά, θα πνιγείς, θα σε τρέχουμε. Κάτσε εδώ, κάτω από την ομπρέλα και λύσε το σταυρόλεξό σου.

(Μανώλης σε ύστατη προσπάθεια) – Μα αφού εσύ είπες…

(Αποφασισμένη μάνα) – Είπα – ξείπα! Τι θες τώρα; Και σταμάτα επιτέλους με αυτή τη γκρίνια… Έχεις σπάσει τα νεύρα των ανθρώπων. Ένα μπάνιο είπαν να έρθουν να κάνουν με την ησυχία του και δεν έχεις βάλει γλώσσα μέσα σου. Όλη η παραλία εμάς κοιτάει, ρεζίλι μας έκανες.

     —ΑΥΛΑΙΑ—

Print Friendly

Related Posts

Leave a Reply

Your email address will not be published.