Η απώλεια ενός πολυαγαπημένου προσώπου, η ανάγκη για πένθος, οι μηχανισμοί άμυνας, τα παιχνίδια του μυαλού, το μεγάλωμα ενός παιδιού και τα ερωτηματικά. Υπάρχει τελικά χώρος στη μητρότητα για το πένθος;

Της Ρούλας Κεφάκη

 

Πολλές φορές στη ζωή μου αναπολώ καταστάσεις και αντιδράσεις του παρελθόντος. Θυμάμαι τον εαυτό μου ως φοιτήτρια, αθλητική συντάκτρια, πρωτομάνα, αδερφή, εξετάζω τον τρόπο που αντιμετώπισα δυσάρεστες ή ευχάριστες στιγμές, με κοιτάζω απέξω και αναρωτιέμαι: αποφάσισα σωστά; Τι θα έκανα σήμερα; Είμαι ο ίδιος άνθρωπος;

Σε κάποιες περιπτώσεις, η επανεξέταση με σοκάρει. Τα παιχνίδια του μυαλού, οι μηχανισμοί άμυνας που αγνοούσα ότι είχα, η ανάγκη να κρύψω βαθιά –συνειδητά ή άθελά μου;- ό,τι πονάει πιο πολύ.

Αυτό έπαθα, το κατάλαβα με χρονική καθυστέρηση, όταν έχασα την αδερφή μου. Στην τρίτη και τελευταία επιστροφή μου από την Κρήτη και μετά τα συνεχόμενα πήγαινε-έλα στο νοσοκομείο, αφού είχα βιώσει τα πιο επώδυνα συναισθήματα της ζωής μου, γύρισα στην Αθήνα και πήρα αγκαλιά τον 18 μηνών τότε γιο μου. Τον έσφιξα δυνατά και γέλασα. Σα να μην τρέχει τίποτα. Χαιρόμουν τόσο που τον έβλεπα, ώστε τοποθέτησα στα βάθη του μυαλού μου τις εικόνες, τον πόνο, την αλήθεια- για χάρη του ή για χάρη μου.

Λίγες ημέρες αργότερα έβγαζα αναμνηστικές φωτογραφίες με τις φίλες μου στο Ζάππειο, στον δημόσιο ταυτόχρονο θηλασμό. Χαμογελούσα σα να μην είχα καμία έννοια στον κόσμο, χαρούμενη ανάμεσα σε χαρούμενους ανθρώπους. Παράλληλα με την προσπάθειά μου να διαχειριστώ το άγχος αποχωρισμού που περνούσε έντονα το παιδί μου, προφανώς αποτέλεσμα της απουσίας μου το προηγούμενο διάστημα, σερνόμουν μαζί του σε παιδότοπους, διοργάνωνα playdates, έπαιζα μπάλα, όπως κάθε φυσιολογική μαμά. Αλλά τα βράδια, την ώρα της σιωπής, όταν κοιμόταν στην αγκαλιά μου και δεν είχα κάτι να με αποσπάσει από τις σκέψεις μου, η πραγματικότητα, η αίσθηση της απώλειας, με χτυπούσαν σαν κύμα και με διέλυαν. Μέχρι να το επόμενο πρωί. Στο ξεκίνημα μιας ακόμα μέρας του ρόλου μου ως χαρούμενη μαμά.

Και ο χρόνος, όχι, δε βοηθούσε. Όσοι έχουν βιώσει απώλεια αγαπημένου τους προσώπου ξέρουν ότι το πρώτο διάστημα κυριαρχεί η άρνηση. Ο χρόνος δε λειτουργεί ως ο καλύτερος γιατρός, όσο κυλάει σου προσφέρει τη συνειδητοποίηση που είχες απαρνηθεί τον προηγούμενο καιρό και όλα όσα είχες καταχωνιάσει μέσα σου έρχονται ξανά στην επιφάνεια, για να ξεσπάσουν, να επαναληφθούν το ίδιο δυνατά.

Είχα όμως δικαίωμα να αφήσω όσα ένιωθα να με καταβάλλουν και να επηρεάσουν τη ζωή του; Χρειαζόταν να ξέρει; Ήταν σωστό να με βλέπει να κλαίω; Σίγουρη δεν ήμουν, αλλά το συναίσθημα συχνά δε σου αφήνει την πολυτέλεια να επιλέξεις, αποφασίζει για σένα. Απλώς σε πλημμυρίζει, αποτέλεσμα μιας ανάμνησης, μιας φωτογραφίας, μιας σκέψης, του πένθους που δεν έχει εξωτερικευθεί σωστά, αποκτά τον έλεγχο. Και βλέπεις δυο μάτια να σε κοιτάζουν γεμάτα απορία και πρέπει να απαντήσεις στο γιατί.

Έτσι προσπάθησα να του εξηγήσω. Του μίλησα για τη θεία του, που αγαπούσε τόσο τη θάλασσα, τις ταινίες, τα ταξίδια και το καλό φαγητό, τον ίδιο και τον Νικόλα. Του μίλησα για την αδερφή μου, που τόσο μου λείπει και η απουσία της με στενοχωρεί και με κάνει να κλαίω. Του μίλησα για τον θάνατο, σε μια ηλικία που άλλα παιδιά αγνοούν τη λέξη.

Τώρα πια, 2,5 χρόνια μετά, έχουμε εξασκηθεί και οι δύο. Δεν το θελήσαμε, δεν το ζητήσαμε, αναγκαστήκαμε. Όταν με βλέπει να κλαίω, ξέρει το γιατί. Δε θέλω να του κρύβομαι. Αλλά και να ήθελα, πάντα με καταλαβαίνει. Πώς να κρυφτείς απ’ τα παιδιά…;

Print Friendly

Related Posts

Leave a Reply

Your email address will not be published.