Ο Βασίλης Μοιρώτσος εγκαινιάζει τη στήλη «μπαμπούλης.gr» γράφοντας για τον μπαμπά που θέλει να έχουν τα παιδιά του. Έναν μπαμπά σαν τον δικό του.

 

Έχασα τον μπαμπά μου όταν ήμουν μικρός. Ή… σχεδόν μικρός. Ή περίπου μικρός. Στα 22 μου χρόνια. Για τους άλλους μπορεί να φαίνεσαι μεγάλος. Εγώ ένιωθα μικρός. Ειδικά απέναντι στον μπαμπά μου. Φαντάζομαι πως και τώρα, δέκα χρόνια μετά, αν ήταν ακόμα ζωντανός πάλι μικρός θα ένιωθα απέναντι σε εκείνον. Ο μπαμπάς μου ήταν ο καλύτερος μπαμπάς του κόσμου μου. Δεν ξέρω αν ήταν και ο καλύτερος μπαμπάς του δικού σας κόσμου. Του κόσμου που ζούμε. Αλλά ήταν δίχως καμία αμφιβολία ο καλύτερος μπαμπάς του δικού μου του κόσμου.

Μεγάλωσα σε μια μέρα. Παρασκευή τον πήρε μακριά μας το ρεύμα από ένα καλώδιο της ΔΕΗ. Ναι, τόσο άδικα. Πιο άδικα δεν γίνεται. Σάββατο πρωί, 16 μέρες πριν από τα 22α γενέθλιά μου, ένιωσα πως μεγάλωσα. Απότομα. Βάναυσα. Κυνικά. (Σχεδόν) αναγκαστικά. Ένιωσα μπαμπάς της οικογένειας μας, που από πενταμελής ξαφνικά έγινε τετραμελής. Κι ας μην είμαι ο μεγαλύτερος από τα αδέρφια μου, αλλά ο μεσαίος. Ένιωσα πως έπρεπε να ανοίξω μια αγκαλιά και να χωρέσω μέσα σ’ αυτή τα δύο μου αδέρφια και τη μάνα μου. Προσπαθούσα να μην κλάψω για να μην δουν πως λυγίζω. Έκλαιγαν πολύ εκείνοι. Συνέχεια. Κάθε ώρα, κάθε λεπτό. Έπρεπε να δείξω μεγάλος. Να το παίξω. Να προσποιηθώ. Μεγάλωσα. Εκείνο το Σαββατοκύριακο μεγάλωσα. Το έκανα για την οικογένεια μου.

Μου το έμαθε ο μπαμπάς μου αυτό. ΚΑΙ αυτό. Να αγαπάω την οικογένειά μου. Όπως μου έμαθε και πολλά ακόμα. Τα πάντα. Τα πάντα για μένα. Για εσάς μπορεί να φαίνονται ελάχιστα. Για μένα είναι τα πάντα. Ο μπαμπάς μου μού έμαθε τα πάντα, το εξής ένα: μου έμαθε να αγαπάω. Δεν χρειάστηκε να μου μάθει δεύτερο. Να αγαπάω την οικογένεια μου και να τη σέβομαι. Να αγαπάω τ’ αδέρφια μου ακόμα και τις στιγμές που τσακωνόμασταν. «Μπορείτε να τσακώνεστε με αγάπη», έλεγε (ναι αλλά πως τσακώνεσαι με αγάπη με δύο γαύρους, ποτέ μου δεν το κατάλαβα).

Μου έμαθε να αγαπάω τους γονείς μου. Να τους σέβομαι. Τόσο πολύ που ξεκίνησα το κάπνισμα στα 17, τους το είπα απ’ την αρχή, αλλά μπροστά τους κάπνισα μετά από τρία χρόνια.

Μου έμαθε να αγαπάω τις γυναίκες. Όλες τις γυναίκες. Από τη γκόμενα που με πλήγωσε στα παιδικά μου χρόνια, μέχρι τη γυναίκα που έφερε στον κόσμο τα παιδιά μας. Να τις αγαπάω και να τις σέβομαι. Όπως έκανε εκείνος με τη μάνα μου. Ο μπαγάσας, απ’ τα 21 του μέχρι τα 48 την αγαπούσε κάθε μέρα και περισσότερο. Ζηλευτό ε;

Ο μπαμπάς μου μού έμαθε να αγαπάω τον αθλητισμό. Μου έμαθε να αγαπάω το ποδόσφαιρο. Μου έμαθε να αγαπάω τον Παναθηναϊκό. Αγνά, τίμια, αντρίκια, Παναθηναϊκά. Όπως γινόταν στην δική του εποχή. Στην εποχή «του Ζάετς, του Σαραβάκου και του Ρότσα, που αγόρι μου εσύ δεν θα δεις ποτέ τέτοια ομάδα όπως εκείνη» (πάντα μου την έσπαγε το τελευταίο, γιατί ξέρω ότι είναι αλήθεια γαμώτο).

Μου έμαθε να αγαπάω την αλήθεια. Να αγαπάω την ειλικρίνεια. Να αγαπάω τη θάλασσα. Να αγαπάω τους φίλους μου. Ο μπαμπάς μου μού έμαθε να αγαπάω. Τελεία. Να αγαπάω πραγματικά. Μέρες μετά τον θάνατό του, μέσα σε δεκάδες συλλυπητήρια, μια φίλη μου είπε μια κουβέντα που δεν θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου. «Μην στεναχωριέσαι γι’ αυτά που θα χάσεις. Να νιώθεις ευτυχισμένος γιατί για 22 χρόνια έζησες μέσα στην αγάπη. Μέσα σε μια οικογένεια που όλοι μας θαυμάζαμε. Αυτό να κρατήσεις. Την αγάπη που πήρατε και που δώσατε στον μπαμπά σου». Πόσο δίκιο. «Αγάπη». Μ’ αυτό με μεγάλωσε ο μπαμπάς μου.

Μπαμπάς σαν τον μπαμπά μου. Αυτό θέλω να γίνω για τα παιδιά μου. Δεν θέλω να είμαι ο καλύτερος μπαμπάς του κόσμου. Μα θα κάνω τα πάντα για να γίνω ο καλύτερος μπαμπάς του δικού τους μικρόκοσμου. Να μεγαλώνουν δίπλα μου όπως μεγάλωσα εγώ δίπλα του. Να τους μεταδώσω τις ίδιες αξίες με τις οποίες με μεγάλωσε εκείνος. Έστω κι αν μεγάλωσα πραγματικά όταν εκείνος έφυγε από τη ζωή. Να τα μεγαλώσω με αγάπη.

Ο γιος μου σε λίγους μήνες θα πάρει το όνομά του. Γιώργος Μοιρώτσος. Εύχομαι από τα βάθη της ψυχής μου να πάρει και την καρδιά του. Ξέρετε, ο μπαμπάς μου μπορεί να μην ήταν ο καλύτερος μπαμπάς του δικού σας κόσμου, αλλά ήταν ο καλύτερος άνθρωπος. Και του δικού μου και του δικού σας και όλου του κόσμου.

Η κόρη μου η Μελίνα έχει πάρει τα μάτια του. Ψέματα μου λένε όταν υποστηρίζουν πως έχει πάρει τα δικά μου. Είναι γαλανά σαν τη θάλασσα. Όπως ήταν και του μπαμπά μου. Η Μελίνα κοντεύει να γίνει ολόκληρο κορίτσι. Κοντεύει τα 3,5. Πηγαίνει παιδικό, πίνει από ποτήρι, λέει «Σταχτόπουτα» και όχι «Παποπούτα» (και σε καμία περίπτωση «Σταχτομπούτα»). Η Μελίνα μας λέει πως θα δει στον ύπνο της «τον μπαμπά, τη μαμά, τον μπέμπη και τον Βίκτωρα (σκύλος). Την οικογένεια μας». Αν ο πρώτος στόχος ήταν να της δώσω να καταλάβει πόσο σημαντική είναι η οικογένεια, τότε νομίζω πως τα έχω καταφέρει περίφημα. Πως τα έχουμε καταφέρει. Εγώ και ο μπαμπάς μου…

ΥΓ: Σας αφήνω τώρα. Πάω να προσπαθήσω να πείσω τη Μελίνα πως θα εξακολουθούμε να την αγαπάμε και να είμαστε αγαπημένη οικογένεια ακόμα κι αν δεν κοιμηθεί ΕΝΑ βράδυ ανάμεσα στον μπαμπά και στη μαμά. Να τι δεν μου έμαθε ο μπαμπάς μου. Πώς τα κατάφερναν με τη μαμά και δεν μας είχαν στο κρεβάτι τους τα βράδια. Δεν βαριέσαι. Θα ρωτήσω τη μαμά… Το ίδιο κάνει. Άλλωστε, εδώ και δέκα χρόνια δεν είναι μόνο μαμά. Είναι και μπαμπάς. Δεν της το έχω πει ποτέ αλλά κι εκείνη είναι… «μπαμπάς σαν τον μπαμπά μου»… Σσσς… Μην μας ακούσει… Θα συγκινηθεί και θα αρχίσει τα τηλέφωνα. Και πως τα βαριέμαιιιιιιιι (ούτε αυτό το ξέρει)…

oikogeneia1

 

 

Print Friendly

Related Posts

Leave a Reply

Your email address will not be published.