Άκουσα να λένε πως τα λουλούδια άρχισαν να ανθίζουν στην γειτονιά… Χρωματιστά και μυρωδάτα, ολοζώντανα. Λουλούδια σε μπαλκόνια, σε ταράτσες, στα παράθυρα. Χρώμα γεμάτη η γειτονιά. Μόνο ένα σπίτι, λένε, δεν είχε ακόμα λουλούδι… Το δικό της.

Tης Σοφίας Κλιάνη

 

Και ο καιρός περνούσε, ο κόσμος ρωτούσε κι εκείνη λες και μαράζωνε μέρα με τη μέρα. Δεν ξέρει ο κόσμος τι κακό κάνει που ρωτάει… Ή μήπως ξέρει; Δοκίμασε το ένα, δοκίμασε το άλλο, το πήρε απόφαση ,σου λέει, και κλείστηκε στο σπίτι. Θρήνησε με τον τρόπο της για το λουλουδάκι που δεν άνθισε κι άνοιξε πάλι τα πορτοπαράθυρά της να μπει στο σπίτι λίγος ήλιος. Έτσι κι αλλιώς , ούτε η πρώτη θα ήταν ούτε η τελευταία… Κι άφησε τον κόσμο να ρωτάει.

Κι έτσι περνούσε ο καιρός. Με ελπίδα και λαχτάρα. Με προσμονή και αγωνία. Ώσπου μια μέρα ξαφνικά κάτι πρασίνισε στη γλάστρα. Ναι! Κάτι φυτρώνει εδώ… Λουλούδι θα’ ναι  μάλλον. Κι όλο λαχτάρα το κοιτά να μεγαλώνει και να ριζώνει… Δεν υπάρχει πια αμφιβολία, λουλούδι είναι! Το δικό της.

Μα όπως ξάπλωσε το βράδυ για να κοιμηθεί, μια σκέψη πέρασε τρελή απ’ το μυαλό της. Το δικό της λουλούδι δεν είναι σαν τα άλλα… Κι αν της το πειράξουνε, αν το ζηλέψουνε; Αν θελήσουν να του κάνουν κακό; Όχι, όχι… δεν υπήρχε περίπτωση να το αφήσει να συμβεί… Θα το προστάτευε. Έτσι κι έκανε. Πήγε στη γλάστρα που μεγάλωνε το λουλουδάκι και τη σκέπασε. Το έκρυψε από τα κακά μάτια και τις πονηρές σκέψεις, κανένας δε θα του έκανε κακό. Κι αυτός ο ήλιος; Όλο της το ζέσταινε, θα το μάραινε στο τέλος. Όχι, όχι… Έκανε το καλύτερο που μπορούσε να κάνει. Το προστάτευσε.

Ήρθε, όμως, η επόμενη νύχτα και πήγε να  δει το βλαστάρι της. Όμορφο και δροσερό, ξεχωριστό από όλα τα άλλα το περίμενε… Όμως δεν ήταν έτσι. Είχε στεγνώσει, είχε λυγίσει. Δεν περιγράφεται με λόγια ο θυμός που αισθάνθηκε… «Μόνο εγώ σε αγαπάω», σκέφτηκε… «Μόνο κοντά μου πρέπει να είσαι». Και το ξερίζωσε. Το πήρε στο προσκέφαλό της να το βλέπει νύχτα μέρα. Να το ορίζει. Ήθελε να το μεγαλώσει με έλεγχο, με αξίες με ιδανικά. Αυτός ήταν ο σκοπός της.

Μα κάθε μέρα που περνούσε, το λουλουδάκι αρρώσταινε όλο και περισσότερο. «Αχάριστο. Εγώ θυσίασα για σένα τη ζωή μου… Τι θέλεις για να είσαι ευτυχισμένο;» ούρλιαξε. Και με φωνή που ίσα που ακουγόταν, το λουλουδάκι απάντησε «Ήλιο. Και νερό. Κι άλλα μικρά λουλούδια σαν κι εμένα», «Μα κανένα δεν είναι σαν εσένα, εσύ είσαι διαφορετικό», είπε εκείνη. «Όλοι είμαστε ίδιοι γιατί όλοι είμαστε διαφορετικοί», της είπε το μικρό της το λουλούδι , «Άσε με να μεγαλώσω». Και τότε μόνο κατάλαβε το σφάλμα της.

Έτρεξε γρήγορα, σαν την τρελή και βρήκε ένα παρτέρι. Εκεί άνηκε το λουλουδάκι της, μαζί με τα άλλα λουλουδάκια. Και του έδωσε νεράκι και ήλιο κι αγάπη. Και το βοήθησε να έχει ρίζες βαθιές και γερό κορμάκι. Και το λουλούδι της μεγάλωσε σωστά… Κι ήταν κι εκείνο ικανό, με τη σειρά του, να μεγαλώσει τα δικά του λουλουδάκια…

ΥΓ. Καμιά φορά η αγάπη δεν ξέρει να εκφράζεται… Λίγη υπομονή θέλει και ανοιχτά αυτιά. Μάθε να ακούς κι όλα θα φτιάξουν.

Το παραπάνω κείμενο είναι εμπνευσμένο από το παραμύθι «Μια μαμά σαν τη δική μου».

Print Friendly

Related Posts

Leave a Reply

Your email address will not be published.